(Μην ανησυχείς ρε, δεν ερωτεύτηκα εσένα, την ιδέα σου ερωτεύτηκα. Την πάτησες όμως γιατί αυτή την έπλασα εγώ, μου ανήκει και μπορώ να την πάρω μαζί μου.
Μη φοβάσαι δεν έχει καμία σχέση με σένα- ή με αυτό το ακατανόητο στο οποίο μεταλλάχθηκες-.
Την είχα φτιάξει πολύ προσεκτικά και με μεγάλη λεπτομέρεια.
Την σχεδίασα με έναν συνδυασμό χαρούμενων χρωμάτων του Απρίλη (είδες που σου λέω καμία σχέση; Εσύ μόνο μαύρα φοράς). Μετά έβαλα για μουσική υπόκρουση κάτι μπαλάντες ερωτικές αλλά ήταν πολύ γλυκανάλατο και σε εκείνη τη φάση είχα ανάγκη από ροκ καταστάσεις και έτσι το άλλαξα.( Έμοιαζες και εσύ ροκ όταν σε γνώρισα). Για εικόνα είχε μια θάλασσα που αφρίζει καθώς πλέει πάνω της το πλοίο -προς τιμήν μιας όμορφης εκδρομής.
Μετά έριξα λίγο πάθος, λίγο ζήλεια, πολλή τρυφερότητα, ωραίες στιγμές, βράδια όμορφα, γέλια δυνατά, πολλά σχέδια για το μέλλον κτλ κτλ και έφτιαξα μία ωραία ιδέα και την βάφτισα με το όνομα σου να έχω κάτι να με συντροφεύει τις ώρες που δεν σε βλέπω.
Έπλαθα και παραμύθια με εμάς ως βασικούς χαρακτήρες , να μπορώ να αποκοιμιέμαι εκείνα τα σκοτεινά βράδια που ήξερα πως δεν θα ‘ρθεις.
Στο ψιθύρισα πολλές φορές πως μια ιδέα είναι όλα και πως οι άνθρωποι έμαθαν από μικροί να ακούνε παραμύθια και δεν μπορούν χωρίς αυτά.
Μην ανησυχείς. Μόνο αυτά θα κρατήσω. Όχι εσύ δεν μπορείς να πάρεις τίποτα, δεν σου ανήκει τίποτα. Φύγε τώρα. )
Αυτά έγραψε η Α. στον Ω. Τα έβαλε σε ένα συρτάρι , το κλείδωσε και η ιστορία τελείωσε.
Από ένα αυτοκίνητο που περνούσε έπαιζε αυτό :
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου